Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Εξάραχνο των επτά. ΤΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟ ΑΙΝΙΓΜΑ "Η συνέχεια από το προηγούμενο". (3)





«Καλημέρα   Δία!  Φώναξε  στο σκύλο του που γεμάτος χαρά  όρμησε κατ’  πάνω του»!
«Σιγά, σιγά  θα πετάξεις κάτω  και μένα και τον καφέ»!
‘Έχωσε  τα δάχτυλα του βαθιά χαϊδεύοντας  το πυκνό, λευκόγκριζο, γυαλιστερό  του τρίχωμα.
Ο Δίας  ένας  αρσενικός,  εξάχρονος,  γνήσιος   Ελληνικός ποιμενικός, με  πράσινα μάτια  που τον  ξεπερνούσε σε ύψος,  «σαν ορθώνονταν  στα πισινά του πόδια»  τον καλημέρισε  στη δική του …διάλεκτο!
Γάβγισε ελαφρά, κουνώντας  εξαντλητικά την ουρά του!
Από την  στιγμή που τον ένοιωσε  ξυπνητό,  γρύλιζε διαρκώς έξω από τη πόρτα!
Ήταν  ο μοναδικός, πιστός,  φίλος!   Η προστασία του στην ερημιά.  Τον είχε μεγαλώσει  από μια σταλιά,  κουταβάκι.
Είχαν φτάσει  σε τέτοιο  δέσιμο  ώστε,  ενστικτωδώς  ο ένας  καταλάβαινε  τον άλλο!
Ο Δίας  που… ένοιωθε   τις  ανθρώπινες  του… ιδιοτροπίες  και  ακολουθούσε  πάντα  πιστά  τις προσταγές  του  συνήθιζε,  να  λαγοκοιμάται  έξω από το δωμάτιο  του και,  χωρίς  σοβαρό λόγο  δεν  γάβγιζε …ποτέ.
Χαλούσε  ωστόσο  τον κόσμο  σαν  του …γυάλιζε  καμιά  θηλύκια  η  άλλος, παρείσακτος  αρσενικός, τολμούσε να αμφισβητήσει  την περιοχή του.
Γινόταν  επικίνδυνος,  όταν  έβλεπε  κάποιον  να προσποιείται  έστω  και  γι’  αστείο,  ότι  θα βλάψει   το …αφεντικό του!
«Τότε, ποιος …είδε το μεγαλοδύναμο  και δεν τρόμαξε»!
Εκτός  από τον  Άλεξ,  δεν ένοιωθε φόβο  για κανέναν και  τίποτε! 
Εκείνος  με τη σειρά του προσπαθούσε να ‘απαλύνει’  τα ζωώδη του ένστικτα!
Οι επισκέψεις  στον κτηνίατρο  γινόταν τακτικά και  προκαθορισμένα!
Τον έξυσε  για λίγο στο πίσω μέρος του κεφαλιού  που του άρεσε  ιδιαίτερα  σιγοψιθυρίζοντας  στοργικά!
Τρέχα  καμιά βόλτα και γύρνα!
Ξαναγάβγισε  κοιτώντας  με τη δική του αφελή, σκυλίσια  απορία,  το λοξό   γύρισμα του κεφαλιού!
«Η εντολή  ακούστηκε  διαφορετική».  «Βόλτες συνήθως,  έκαναν παρέα».
Πολύ ζέστη!   Δεν είναι  για επιπλέον  γυμναστική,  ξανάπε  ο Άλεξ  ‘διαβάζοντας’ το  απορημένο του βλέμμα.
Ο Δίας υπάκουος,  διαισθανόμενος  το δίκιο του  αφού κι’ εκείνος  ένοιωθε δυσκολία προσαρμογής,  «φυσικό μειονέκτημα   δεν είχε  ιδρωτοποιούς  αδένες  και η ζέστη  τον  επηρέαζε»  έκανε μερικούς γύρους στην μοσχομύριστη,  γεμάτη   γαρδένιες,  τριαντάφυλλα και  ορτανσίες   αυλή,  ορμώντας  τελικά στο παρόχθιο  δρομάκι.
«Η ώρα για  προσωπική  λάτρα  και  οσμική ανανέωση της κυριαρχίας του είχε  φθάσει».
Δεν είχε προλάβει  ακόμη να  ξημερώσει    όταν ο  Άλεξ  άδραξε ,ένα ψάθινο καθισματάκι,  παιδικό ενθύμιο  μιας ανέμελης εποχής  και  σέρνοντας  νωχελικά  τη  βαριεστιμάρα  του  τράβηξε  να καθίσει  πλάι στο ρέμα.
Στο  φυσικό του διάκενο,  «σχεδόν  πάντα»  διέρχονταν  δροσερό ρεύμα,  αέρα!
Στο  κομμένο  κορμό, ενός  πλατανιού  που συχνά του χρησίμευε για …τραπεζάκι  απόθεσε  παραδίπλα  απ’ τη κούπα  το  κινητό  και  ‘αυτοβυθίστηκε’  σε  ανέμελη  ρέμβη!
«Ο κοντινότερος γείτονας,  βρισκόταν  εκατοντάδες  μέτρα  μακριά»!
Ρουφώντας,  με θόρυβο  τη πρώτη γουλιά  του καφέ  τεντώθηκε ανενόχλητος,  αναφωνώντας .  Μμ’  η  απόλαυση  της  ηρεμίας!
«Στον  απόμακρο  ορίζοντα   η μέρα,  καθώς άρχιζε  να αχνοφέγγει  οριοθετούσε,  με ελαφριά,  ασημένια  πινελιά  τον ουρανό  από τη σκοτεινές, πλευρές  των βουνών»!
«Αραχνοΰφαντα,  σποραδικά συννεφάκια,  σαν  πέπλα  από  χρυσοστόλιστο ύφασμα   κεντημένο  στα υπέροχα χρώματα  της ίριδας,  αρμένιζαν  αργόσχολα  στον άχνομεταξο,  ουράνιο θόλο»!
«…Ενσωματωμένος  στην  αρμονία της φύσης,  χάζευε  συνεπαρμένος στον  εξαίσιο  Θεϊκό  καμβά  το  πολύχρωμο,  ζωγραφισμένο  υπερθέαμα»!
«Στα λιγοστά  απόνερα του ποταμιού,  μερικά βατράχια  στη υπαρξιακή τους διάλεκτο,  κόαζαν ‘παράφωνα’ την ερωτική τους διάθεση»!
«Στην  απαύγεια της σιωπής,  άκουγε  μέχρι  και το βόμβο  μικρών, ιπτάμενων ζωυφίων  που ανεμοπτέριζαν  στην πρωινή τους περιήγηση»!
«Γοργόφτερα χελιδόνια  σε απίθανες, φιλικές αερομαχίες, διέσχιζαν το σκοτεινογάλαζο  ατλάζι,  τιτιβίζοντας»!
Όλα, σε γαλήνια τάξη!
«Στη  φυσική το είχε διδαχτεί».
«Στον αέναο κύκλο της ζωής τα πάντα,  εσ’ αεί μεταβαλλόμενα  παραμένουν σταθερά,  ανακυκλούμενα και απέθαντα»!
Τη παραδείσια του  ηρεμία διέκοψε ο Δίας.  Τέλειωσε την πρωινή βόλτα και  κατέφτασε  φουριόζος.
Έχωσε  τη μουσούδα  στις χούφτες  του ψάχνοντας. 
Ανακάλυψε  το  νόστιμο  φίλεμα.  Μια τραγανή  φρυγανιά  που τη  ροκάνισε  απολαυστικά! 
Αφού  ξερόγλειψε  τα τελευταία  ψήγματα  της  αφράτης  λιχουδιάς  και  μύρισε ενδελεχώς  τις αναθυμιάσεις του καφέ,  στρογγυλοκάθισε  δίπλα του  με ήρεμη …περηφάνια!
Στον Άλεξ  εκείνη η  λεπτή γεύση  και το φίνο άρωμα του  φρεσκοψημένου καφέ,  μετέφεραν  απ’ τη  κοιλότητα του ουρανίσκου   στη μνήμη  του,   αισθαντικές  ψευδαισθήσεις!
Μελαψά, γυναικεία κορμιά  που  στροβιλίζονταν  γεμάτα πόθο  στο ξέφρενο ρυθμό της σάμπας  σε Βραζιλιάνικες πάμπες,  του έφεραν ερωτική έξαψη!
Έχωσε  το χέρι  κάτω από το μπουρνούζι  ψηλαφίζοντας  το γυμνό   του υπογάστριο!
Απαλά , χάιδεψε  τα φουσκωμένα  από τεστοστερόνη,  «εμβλήματα αντρικής υπόστασης»  ευαίσθητα,  γεννητικά του όργανα! 
Στη ερεθισμένη  ερωτική φλέβα,  ανεβοκατέβασε αργά το λεπτό υμένα  προστασίας νιώθοντας στην ηδονική  απόλαυση  το υπερμεγέθη  μόριο του να απογειώνεται!
«Η απουσία  της Νάντιας είχε αρχίσει …επικίνδυνα  να δρα    στερητικά,  επάνω του»! 

Συνέχιζεται...
ο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου